Τα μπισκότα της Ιωάννας.

Με λένε Ιωάννα. Είμαι 64 ετών και μοιράζω δωρεάν δείγματα μπισκότων σε ένα σούπερ μάρκετ.
Δεν πήρα τη δουλειά για τα χρήματα. Την πήρα γιατί, μετά τον θάνατο του άντρα μου, τα απογεύματα ήταν πολύ ήσυχα. Χρειαζόμουν έναν λόγο να βρίσκομαι κάπου.
Στην αρχή προσπαθούσα να διαφημίσω τα μπισκότα. Κανείς δεν άκουγε. Μέχρι που μια μέρα ένας κύριος στάθηκε μπροστά μου λυπημένος.
Του έδωσα ένα μπισκότο. Το δοκίμασε και ψιθύρισε, Η γυναίκα μου τα έφτιαχνε έτσι. Από τότε σταμάτησα να πουλάω. Άρχισα να προσφέρω.
Οι άνθρωποι μου έλεγαν πράγματα που δεν έλεγαν αλλού. Για αρρώστιες, απολύσεις, μοναξιά. Σε έναν μήνα βγαίνω στη σύνταξη.
Μέχρι και την τελευταία μέρα θα στέκομαι με τον δίσκο. Γιατί οι άνθρωποι δεν χρειάζονται μόνο φαγητό. Χρειάζονται να νιώσουν ότι κάποιος ακόμα τους προσέχει.