“Με λένε Γιώργο. Σήμερα περπατώ χέρι-χέρι με το εσωτερικό μου παιδί. Όχι σαν ανάμνηση. Σαν υπόσχεση.
Γιατί κάποτε, περπατούσε μόνο του. Πίστευα ότι η ευγνωμοσύνη ήταν ψέμα. Κάτι που λένε όσοι δεν έχουν πονέσει πραγματικά.”
Με τόσα που είχα χάσει, γιατι να είμαι ευγνώμων; Το τραύμα ήταν σαν ομίχλη. Όχι αυτή που φεύγει. Αυτή που μένει. Αυτή που σε κάνει να ξεχνάς ότι υπήρξε ποτέ ουρανός. Μεγάλωσα μαθαίνοντας να σωπαίνω. Να δέχομαι την αγάπη με όρους. Να πιστεύω ότι η χαρά ανήκει σε άλλους. Και μετά, όλα κατέρρευσαν. Η ζωή που έχτισα. Η δύναμη που προσποιούμουν ότι είχα. Όταν μου είπαν να είμαι ευγνώμων, παραλίγο να φύγω.
Αλλά δεν έφυγα. Κάθισα στη σιωπή. Έξω τα δέντρα ανέπνεαν. Το νερό κυλούσε. Ο κόσμος συνέχιζε ακόμα και όταν εγώ είχα σταματήσει. Κανείς δεν μου ζήτησε να θεραπευτώ. Κανείς δεν μου ζήτησε να συγχωρέσω. Και τότε το κατάλαβα. Η ευγνωμοσύνη δεν σβήνει τον πόνο. Σου δίνει κάτι σταθερό να σταθείς, όσο και αν πονάς.
Σήμερα περπατώ χέρι-χέρι με το εσωτερικό μου παιδί. Σταματάμε. Αναπνέουμε. Βρίσκουμε ένα μικρό πράγμα που αξίζει να κρατήσουμε στην κάθε μέρα. Και βήμα, βήμα, προχωράμε μαζί.




